Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Ο ΗΧΟΣ ΤΩΝ ΦΤΕΡΩΝ ΤΟΥΣ



        

Με λένε Αμέλια και λατρεύω τον πόνο. Αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα μητέρα, αν και δεν ζεις πια. Καθώς ταξιδεύω και λίμνες αντανακλούν πάνω στις λείες επιφάνειές τους σμήνη από πουλιά που πετάνε αντίθετα με την κατεύθυνσή μου, καθώς τα μπεκ ποτίζουν τα ανθισμένα βοσκοτόπια και τα βρώμικα τσοπανόσκυλα φυλάνε το κοπάδι από πρόβατα στη μέση του πουθενά, οι σκέψεις μου κι αυτές, βρίσκονται μαζί σου.
Σου γράφω σαν να σε γνωρίζω ξανά, σαν να ήμασταν συνομίλικες από την ίδια γειτονιά, γιατί ξέχασα το πρόσωπό σου και η θύμησή σου είναι τόσο έντονη που με λυτρώνει από την εξιστόριση των γεγονότων της ζωής μου.
Πάντα λάτρευα τον πόνο και την κάθαρση που έφερνε, μετά τη φυγή του. Η πρώτη μου επαφή μαζί του ήταν όταν ένα κοπρόσκυλο με πλησίασε δηλητηριασμένο μέσα σε ένα σοκάκι. Καθόμουν μέσα στη βρώμα των σκουπιδιών και έκλαιγα γιατί το αγόρι μου με παράτησε. Το σκυλί έβγαζε αφρούς μέσα από τα υγρά του χείλη και τρέκλισε, καθώς τα μάτια του διαστάλθηκαν ως αποτέλεσμα της θανατικής του δίνης. Ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια μου, εκλιπαρώντας για ένα τελευταίο χάδι πριν πεθάνει.
Όχι μόνο δεν σήκωσα το χέρι μου να το αγγίξω, αλλά το έβλεπα να κείτεται μέσα στη λίγδα πριν βγάλει τον τελευταίο του σπαραγμό. Λες και έπρεπε κάποιος να πληρώσει για τον πόνο που ένιωθα μέσα στα σωθικά μου.
Η μανία μου αυτή συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Δεν τυράννησα ποτέ ζώο, εκτός από κάτι πολύχρωμες πεταλούδες που συνέλλεγα σε μπουκάλια. Έκοβα τα φτερά τους, ένα για κάθε κακή ανάμνηση, δύο για κάθε φορά που ένα αγόρι με απέρριπτε.
Τους άντρες του σιχαινόμουν. Ήθελαν μόνο να μου τσακίσουν την ψυχή και να με κάνουν να αισθανθώ σαν πεταμένο κουρέλι.
Κι όμως ήμουν τόσο άσχημη. Τα καρέ μου μαλλιά κάλυπταν πλάγια τις ρυτίδες του μετώπου μου, και η γαμψή μου μύτη στραπατσαρισμένη στα δεξιά, κοσμούνταν από ένα μωσαικό μπιμπικιών, ανάμεσα σε δύο γεμάτα από κυλίδες φουσκωμένα μάγουλα.
Ένιωθα πενήντα, εξήντα, χρόνων και τα σακουλιασμένα μάτια μου με έκαναν να νίωθω ακόμα πιο μεγάλη.
Η πρώτη μου φορά ήταν στα μαθήματα χορού που με έστειλες. Ένιωθα χοντρή και ατσούμπαλη με εκείνο το άσπρο το κορμάκι. Τα υπόλοιπα κορίτσια με κάρφωναν με τις πλάγιες ματιές τους και τα χαμόγελά τους σηκωνόντουσαν σαν αγγίστρια στην άκρη των χειλιών τους.
Για λίγο ήταν καλά και ένιωθα ελέυθερη. Σήκωνα τα χέρια μου ψηλά, και τα πόδια μου στριφογύριζαν στον αέρα στις πιρουέτες και τα μαλλιά μου ανέμισαν. Ένιωσα για μια στιγμή ελεύθερη. Μα αυτό το δευτερόλεπτο το πλήρωσα ακριβά. Τα πόδια μου πλέχτηκαν και τρέκλισα προς τα πίσω πριν πέσω με ορμή στο δάπεδο. Είδα την αντανάκλασή μου πάλι, και το ρυτιδιασμένο και στεγνό μου πρόσωπο.
Οι γύρω μου γελούσαν και χειροκροτούσαν. Όχι γιατί έπεσα, αλλά για την κηλίδα αίματος ανάμεσα στα πόδια μου που μεγάλωνε και πότιζε την φούστα μου.
“Αμέλια η παρθένα με τα πόδια απλωμένα!”, φώναζαν ξανά και ξανά. Δύο από αυτές πιάστηκαν αγκαζέ και χόρεψαν στον ρυθμό λες και ήταν κάποια γιορτή που εκθείαζε την γελοιοποιήση μου.
Δεν ξαναπάτησα ποτέ στην τάξη. Έμεινα κλεισμένη μέσα και έπνιγα την κατάθλιψή μου στο ποτό. Μέχρι που τον συνάντησα.
Τον γνώρισα μέσα σε ένα σούπερμαρκετ. Φορούσε ένα τεράστιο κίτρινο πανοφώρι που κάλυπτε το σώμα του από τα δάχτυλα των ποδιών του μέχρι τον λαιμό του, και ένα μακρύ υφασμάτινο καπέλο που κάλυπτε το μέτωπό του. Σχετικά νέος σε ηλικία, προσφέρθηκε να με συνοδέψει μέχρι την έξοδο και συνεπαρμένη με την ευγένειά του δέχτηκα.
Τον είδα να τρεκλίζει καθώς έφευγε και προσφέρθηκα να τον βοηθήσω να γυρίσει σπίτι. Αράξαμε πάνω στους λερωμένους από καφέ καναπέδες και μου πρόσφερε ένα ποτήρι νερό που μύριζε ψαρίλα από την απλυσιά. Κάθισε δίπλα μου χωρίς να βγάλει τίποτα από πάνω του και οι σταγονίτσες από ιδρώτα πολλαπλασιάστηκαν στο μέτωπό του. Αν και κανείς μας δεν είπε τίποτα, δώσαμε ραντεβού ακριβώς στο ίδιο μέρος, την επόμενη μέρα.
Και έτσι πέρασαν μερικές εβδομάδες, ίσως και μήνες, και για λίγο ήταν καλά. Μια φορά μόνο μαλώσαμε όταν πήγα να του βγάλω το πανοφόρι και εκείνος με χτύπησε, λέγοντάς μου πως θα πέθαινε από πνευμονία αν έμενε γυμνός. Δεν πειράζει, με είχαν χτυπήσει και πιο βίαια στο παρελθόν.
Στο επόμενο ραντεβού, κρυφοκοίταξα έξω από το παράθυρό του και τον είδα γυμνό στο πάτωμα με ένα ηλίθιο μειδίαμα γύρω από το πρόσωπό του.
“Το σώμα σου είναι μια μεγάλη πόρτα γεμάτη γρατσουνιές και σκόνη, και όσο και να χτυπάς κανείς δεν θα σου ανοίξει αν δεν έχεις τα κατάλληλα μέσα για να ανοίξεις. Αυτό εδώ είναι το κλειδί!” είπε, και έβαλε στην παλάμη μου ένα μακρόστενο χάπι.
Το κατάπια μονομιάς και ο κόσμος γύρω μου άλλαξε. Έγινα κι εγώ ένα με το σμήνος από τα άγρια πουλιά που πετούσαν στον αέρα, και κοιτούσα τον εαυτό μου που ταξίδευε προς την αντίθετη κατεύθυνση, μέσα στο τρένο.
“Αξιολύπητη γυναίκα, τόσο μόνη και λυπημένη που θα πρέπει να αισθάνεται μέσα στο κονσερβοκούτι της.” Είπα, και κούνησα τα φτερά μου. Δίπλα ήταν κι αυτός, και με το γαμψό του ράμφος με παρότρυνε να κινηθούμε προς μια σκοτεινή κηλίδα στο ορίζοντα, και τα ένστικτά μας φούντωσαν τότε και νιώσαμε την αδρεναλίνη στο αίμα μας, λες και ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.
Στην άκρης της κηλίδας, εκεί που οι μαύρες εκλάμψεις φούντωναν, τον είδα να αγκαλιάζει την ίδια του την μητέρα, μια λευκή φιγούρα που τον τράβηξε προς τα μέσα.
“Δεν θα σε αφήσω να πεθάνεις ξανά μητέρα...δεν θα αρρωστήσω ποτέ ξανά...στο υπόσχομαι!” είπε, και εξαφανίστηκε ουρλιάζοντας.
Ήσουν και εσύ εκει, θυμάσαι? Με αγκάλιασες σφιχτά, και ήθελα να σε φιλήσω και να σου πω τόσα πράγματα, αλλά ο ήχος τους με κράτησε μακριά σου. Κείτονταν βουβές στο πάτωμα, σπαράζοντας για μια τελευταία μπουκιά ζωής. Ο βουβός χτύπος των κομμένων φτερών τους ήταν εκκωφαντικός, μια σιωπηλή κραυγή που με απέτρεπε να έρθω κοντά σου.
Έφυγα από το σπίτι του εκείνη τη μέρα, και την επόμενη ξύπνησα διαφορετική, λες και έσπασε ένα κουκούλι που με περιέβαλλε.
Η ζωή είναι σκληρή, και δεν με σίγουρη πως θα τα καταφέρω, αλλά μερικές φορές ρίχνω λίγο νερό στο προσωπό μου και ο ήλιος με τυφλώνει και τα μάτια μου δακρύζουν. Κοιτάζω τα αγριοπούλια καθώς ταξιδεύω και συνειδητοποιώ πως πολλές φορές ταξιδεύουμε προς την ίδια κατεύθυνση. Και για λίγο είναι καλά.